Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Τοπική Διάλεκτος (Γλωσσάρι)


                                              
                     ΜΙΚΡΟ   ΒΡΟΜΟΒΡΥΣΑΙΙΚΟ   ΛΕΞΙΚΟ

Παρακάτω γίνεται μία αρχική προσπάθεια να καταγράφουν οι Βρομοβρυσαίικες λέξεις και εκφράσεις.
Βέβαια οι περισσότερες ακούγονται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας
Υπάρχουν ίσως παρακάτω και κάποιες λέξεις που μπορεί να μην αρέσουν.
 Υπάρχουν σίγουρα και άλλες που μας διαφεύγουν και  μελλοντικά θα συμπληρωθούν  με την βοήθειά σας.           


- Α -
αβανιά, η           η συκοφαντία
αβερτοσύνη,η        άμετρη ελευθερία
αγάλι-αγάλι         σιγά-σιγάβελάνι,το           το βελανίδι
άγαρμπος,ο          ο χωρίς τακτ,ο χοντροκομμένος στους τρόπους ανθρωπος
αγκομαχάω           βογκάω από κόπο ή από πόνο
αγκουσιάζω          ζεσταίνομαι πολύ, αισθάνομαι δυσφορία
αγκωνάρι,το         ο ακρογωνιαίος λίθος
αγκωνή,η (ψωμί)     μικρό κομμάτι ψωμί από άκρη καρβελιού
αγνάντια            απέναντι έχοντας οπτική επαφή
άγουρος             νεαρός αναπτυγμένος αλλά άπειρος,ανώριμος
αγουρογερασμένος,η  ο    πρόωρα γερασμένος
αγουροξυπνημένοος        ξύπνησε χωρίς να χορτάσει τον ύπνο
αγριάδα η             είδος αγριόχορτου, κατάσταση θυμού και οργής
αγρικώ              καταλαβαίνω,αντιλαμβάνομαι,νιώθω
αδειάζω             ευκαιρώ. Δεν αδειάζω, δεν ευκαιρώ.
άδουλος, η, ο       Τόπος αδούλευτος, χέρσος. Ο ακαμάτης, ο οκνηρός άνθρωπος.
αδρασκελάω          διαβαίνω, περνώ κάποιο εμπόδιο. Αδρασκέλησε το χαντάκι.
αδράχτι, το         εξάρτημα της ρόκας, όπου μαζεύεται το γνέμα
αερικό,το           δαιμονικό, νεράιδα, φάντιασμα
ακαμάτης,ο          ο τεμπέλης,ο οκνηρός
ακόνι,το            ειδική πέτρα που ακονίζουν κοφτερά εργαλεία
ακουμπάω            στηρίζομαι. Ακούμπησα να ξαποστάσω
άκουρος,η, ο        ακούρευτος
αλαφιασμένος-η-ο    τρομαγμένος
αλαφροϊσκιωτος,η,ο    αυτός που βλέπει φαντιάσματα και αερικά
αλισίβα,η           απόσταγμα στάχτης χρήσιμο για πλύσιμο, θελόσταχτη
αλισιβερίσι,το      δοσοληψία
αλλαξιά, η          φορεσιά, στολή, ανταλλαγή, τράμπα
αλάργα              μακριά
αλογοσούρτης, ο     αλογοκλέφτης
αλουποπορδή η       είδος μανιταροειδούς φυτού που αναδύει άσχημη οσμ
αλύχτημα,το         γάβγισμα σκύλου όταν έχει μυριστεί θήραμα
αλωνάρης,ο          ο Ιούλιος μήνας
αμέτι-μουχαμέτι     το 'βαλε αμέτι μουχαμέτι :το 'βαλε πείσμα, σκοπ;
αμμουδέρα η         το αμμώδες έδαφος
αμολάω              αφήνω κάποιον ή κάτι ανεμπόδιστο, ελεύθερο. Απολύω
άμπακος,ο           γεμάτο πιάτο, πολύ φαϊ, έφαγε τον άμπακ
αμποδιέται          απαγορευμένο στη βοσκή από ξένα ζώα
άμωρος, η, ο        άδικος, τεμπέλης, ράθυμος
αναβροχιά,η         ανομβρία
αναγελάω            γελάω
αναγούλα,η          τάση για εμετό, αποστροφή
ανάγυρα             από μακρινό δρόμο, γύρω-γύρω όχι απ' ευθεία
ανακαψίλα,η         κάψιμο στο στομάχι, καουρα
αναπιάνω            αναπιάνω το προζύμι, το ανακατεύω με αλεύρι και νερό
ανάργια             αραιά
ανασταίνω           ανατρέφω κάποιον από μικρό παιδί, επαναφέρω απ'το θάνατο
ανατσουτσουρώνουμαι        αγριεύω με επιθετικές διαθέσεις
αναχαράζω           αναμασάω
ανεβάσταγος, η, ο       ο ανυπόμονος, ο ασυγκράτητος
ανερώτηγα           χωρίς άδεια
αντάμα              μαζί
αντάρα,η            καπνός από πυροβολισμούς, καταχνιά, ομίχλη
αντρομίδα,η         μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα, είδος μπαντανίας
ανέκοπα             χωρίς κόπο
απάγγειο,το         το απάνεμο
απαντάω             συναντάω
απαυτώνω            αντί του κακόηχου ρ. της σεξουαλικής πράξης
αποίκου             έτοιμος για να ξεκινήσει
απίστομα            ανάποδα, με το στόμα προς τα κάτω
απόβραδο,το         το σούρουπο
αποβραδίς           χθες το σούρουπο
αποκά               από κάτω
αποκούμπι, το       το καταφύγια, το άσυλο
αποπαίδι, το        το αποκηρυγμένο, αποκληρωμένο παιδί
αποπαίρνω           επιπλήττω, κατσαδιάζω
απόσκιο,το          ο ανήλιος τόπος
αποσπερού           απόψε
αποσταίνω           αποκάμνω, κουράζομαι
αποστασίλα,η        κούραση
αποφαγούδι, το      Τα αποφάγια, τα υπολείμματα του φαγητο
απόβροχα            μετά τη βροχή
άρα-μάρα,η          ελευθεροστομία, αχαλίνωτη και ακατάληπτη φλυαρία
αραδίζω             περνοδιαβαίνω
αρβαλάω             κάνω θόρυβο
αρβάλια,τα          μεταλλικές κινητές χειρολαβές
αργιεύω             αραιώνω
αρίδα,η             το πόδι
αρίδι το            το χειροκίνητο τρυπάνι
αριολόγι-αριολογάω    το μάζεμα των αριών ελιών, καρυδιών, κοκολόγι- κοκολογάω
αρλούμπα,η          κουταμάρα, ανοησία σε κουβέντα
αρμακάς,ο           σωρός, στοίβα
αρούκατος,ο         απεριποίητος, ατημέλητος, ατσούμπαλος
αρουλιέμαι          ουρλιάζωβελάνι,το          
αρτσίδι             μούσκεμα, ο βρεγμένος μέχρι το κόκαλο
αρύς-ια-υ           αραιός-α-ο
ασίκης,ο            λεβέντης, νέος αξιέραστος, γενναίος
ασκέρι,το           παρέα, οικογένεια, σύνολο ανθρώπων
ασουλούπωτος,η,ο    ατημέλητος, απεριποίητος, αυτός που έχει κακή εμφάνιση
αστράχα,η           ο μεταξύ τοιχίου και στέγης χώρος
αστρίτης,ο          η αρσενική οχιά, είδος οχιάς
αστροφεγγιά,η       το φέγγισμα των άστρων τη νύχτα χωρίς φεγγάρι
άταρος,η,ο          ο ανώριμος,ο αδύναμος,ο νωθρός
αυγατάω             αυξάνω
αφαλαρίδα,η         είδος χορταριού με αγκάθια
αφορμή η            αιτία για δράση
αφόρμησε            ερεθίστηκε (η πληγή)
άφραγκος,ο          αυτός που δεν έχει χρήματα
άφταιγος,η,ο        εκείνος που δεν φταίει σε τίποτα
αχαϊρευτος,ο        ο ανεπρόκοπος
αχαμνός,η,ο         ο αδύνατος
άχερο,το            το άχυρο
αχνιά, η            η σιγανή φωνή
αχορταγίλα,η        αχορταγία, λαιμαργία
άχτι, το            εκπλήρωσις τιμωρίας ή εκδικήσεως
άϊ                  άιντε, πήγαινε

- Β -
βαλαντώνω-ουμαι     στενοχωριέμαι, φλέγομαι από ερωτικό πάθος,αρρωσταίνω
βαρβάτο,το          αρσενικό ατίθασο και δυνατό, με πολλές ορμές
βεδούρα,η           ξύλινος κάδος, κουβάς
βελέντζα,η          μάλλινο υφαντό που δεν έχει πάει νεροτριβή
βίτσα,η             βέργα λεπτή, μαστίγιο, καμουτσί.
βρακοζώνι,το        η ζώνη του πανταλονιού
βρομόβρυση        η Ελβετία της μεσογείου-του νότου ! ! !
βρωμίστρα η         το χωράφι απ' όπου θερίστηκε μόλις βρώμη

   -Γ-
γαϊδουριά,η         απρεπής συμπεριφορά
γαϊδουρογουστέρα,η    η μεγάλη πράσινη σαύρα
γαλίφης,ο           ο κόλακας, ο γλείφτης
γανίλα, η           αγανωσιά, σκουριά
γδυτός,η,ο          ο γυμνός
γελέκο, γελέκι, το  αμάνικο επανωφόρι, στηθόρουχο.
γέννημα,το          γενικώς τα δημητριακά αλλά κυρίως το σιτάρι
γεντέκι,το          ο εύσωμος και γερός άνθρωπο
γεροκομάω           φροντίζω, περιποιούμαι ηλικιωμένο άνθρωπο
γιοματάρι,το        βαγένι γεμάτο κρασί που δεν το έχουν ανοίξει ακόμα
γιούκος,ο           στοίβα από χοντρικά ρούχα, κλινοσκεπάσματα
γιουρούκι,το        ο χοντροφτιαγμένος και δυσκίνητος άνθρωπος, ο γέρος
γκαβαλο         η κοπριά του γάιδαρου
γκαβίζω             αλληθωρίζω
γκαβός,ο            ο αλλήθωρος
γκαλιουρίζω         αλληθωρίζω, κοιτάζω κάπως στραβά
γκαλντερίμι,το      λιθόστρωτος δρόμος
γκανιάζω            διψάω πολύ
γκαρδιακός,ο        φίλος αληθινός, αγαπημένος και έμπιστος
γκλαφουνάω          ζητάω με κλάματα
γκράς,ο             είδος όπλου εμπροσθόγιομο
γκρεμίλα,η          επικίνδυνα επικλινές και άγονο έδαφος
γλαντινιά,η        είδος αειθαλούς δέντρου
γλάρα,η             νύστα
γλιέπω              βλέπω
γνέθω               φτιάχνω νήμα για ύφανση στη ρόκα
γνέμα,το            το προϊόν του γνεσίματος, το νήμα
γούπατο,το          το χαμήλωμα του εδάφους, το βαθύπεδο
γούρνα,η            λακκούβα φυσική ή τεχνιτή όπου μαζεύεται νερό
γουστέρνα,η          η σαύρα
γρέκι,το            μαντρί γιδοπροβάτων
γρουμπούλι,το       το καρούμπαλο, το εξόγκωμα από κάποιο χτύπημα, ο σβώλος
γράνα, η            βαθύ χαντάκι, αυλάκι
γωνιά,η             η εστία στο σπίτι

- Δ -
δα                  μόλις
δασιά,τα            πυκνά
δεκριάνι,το         ξύλινο εργαλείο σε σχήμα πιρουνιού για συλλογή σανού
δεμάτι, το          το χειρόβολο, μία χεριά στάχυα
δεντρογαλιά,η       είδος φιδιού
δεφτέρι,το          κατάστιχο, τετράδιο
διακονιάρης,ο       ο ζητιάνος
διάσελο,το          το ξέφωτο σε κάποιο ύψωμα
διάτανος, ο         ο σατανάς
διμούτσουνος,η,ο    ο διπρόσωπος
διφόρια,τα          καρποί που γίνονται μετά τη συγκομιδή της σοδιάς
δόγα,η              η μία από τις πολλές τάβλες του βαγενιού
δόλιος,α,ο          ο φτωχός και αξιολύπητος άνθρωπος
δοξαπατρί,το        κατακούτελα
δριμόνι,το          το μεγάλο κόσκινο για το ξεκαθάρισμα των δημητριακών
δροτσίλα, το        εξάνθημα
δυχατέρα,η          η θυγατέρα, η κόρη

- Ε -
εδεφτού, εδεκεί     εκεί ακριβώς
έλαχε               έτυχε
έμπα,το             η είσοδος
εξαποδώ,ο           ο διάβολος
επιπόνου            με πολύ στεναχώρια
επρογκίξανε         τρόμαξαν και τράπηκαν σε φυγή
ετώρα               τώρα
εφτούνος εφτού      αυτός εκεί

- Ζ -
ζα,τα               τα ζώα
ζαβλακωμένος        ο ζαλισμένος, ο αδιάθετος
ζαγάρι,το           κυνηγετικό σκυλί
ζαλιά,η             το φορτίο
ζαλώνω              φορτώνομαι
ζαμάν φου           λαϊκιστική έκφραση περιφρόνησης
ζαμπούνης           κακόκεφος, ζαμπουνιασμένος
ζαράρικος, η, ο     ο ελαττωματικός,μικρούτσικος
ζάφτω               πίνω κρασί
ζεματάω             είμαι πολύ ζεστός,υπερθερμαίνω κάτι
ζεμπερέκι,το        το πόμολο της πόρτας
ζευγολάτης,ο        ο γεωργός
ζεύλα,η             εξάρτημα του ζυγού που ζεύουν τα βόδια
ζευλώνω             ζεύω,περνάω τη ζεύλα,μτφ,παντρεύω,πειθαναγκάζω    
ζέχνω               μυρίζω άσχημα, βρωμάω, είμαι λερωμένος βρώμικος
ζιακουτάω           χτυπάω, σπρώχνω κάποιον ελαφρά
ζοντόβολο        ο βλάκας
ζούδι,το            το άγριο ζώο,ειδικά ο λαγός
ζουλάπι,το          το αγρίμι
ζουλάω              σπρώχνω
ζουνάρι,το          η ζώνη, ο ζωστήρας
ζουπάω              πιέζω, ζουλάω
ζυγώνω              πλησιάζω κοντά

- Η -
ηλιακός.ο           τοποθεσία που τη βλέπει πολύ ο ήλιος
ημεράδι το          ένα είδος βελανιδιάς, ρουπάκι
ημιπληγία           το εγκεφαλικό επεισόδιο, όπου παραλύει κατά το μισό

- Θ -
θαμπίζω             μόλις που βλέπω
θέλημα,το           κάτι που αποφεύγεται να κατονομαστεί, η παραγγελία
θελός,η,ο           θολός
θεριακωμένος, ο     ο υπερφυσικός, ο τεράστιος
θεριό,το            το θηρίο
θεριστής,ο          ο μήνας Ιούνιος
θημωνιά,η           σωρός από στάχυα έτοιμα για αλώνισμα
θράσιος,α,ο         ο ψόφιος, ο άνοστος μτφ. ο άνθρωπος που χαραμίζεται
θρύψαλα,τα          πολύ μικρά κομματάκια από σπάσιμο, θραύσματα
θυγατέρα,η    η κόρη


 -Ι-

ιβαλα           κομμάτια
ιταίρι, το          σύζυγος, να χαίρεσαι το ιταίρι σου
ινάτι, το           το πείσμα, το καπρίτσιο

- Κ -
κα                  κάτω
καγιανάς,ο          είδος φαγητού, παστό χοιρινό με αυγά και ντομάτα
καζάντια,τα         τα υπάρχοντα, τα πλούτη, τα κέρδη
καϊλα,η             αίσθημα καύσου, σφοδρή επιθυμία, παίδεμα, ταλαιπωρία
κακαράντζα,η        η κοπριά των γιδοπροβάτων
κακαρώνω              πεθαίνω
κακοζάκανος, ο      ο κακοφτιαγμένος
κακοντέλης,α,ικο    ο  φουκαράς, ο έχων κακό τέλος
κακορίζικος,η,ο     αυτός που του έχει γράψει η μοίρα ατυχίες και δυστυχία
καλαμοβύζα,η        η γίδα που έχει χοντρά βυζιά δύσκολα στο θηλασμό
καλιάζω             σκαρφαλώνω, γαντζώνομαι
καλιγώνω            πεταλώνω
καλικούτσια         καβαλικευτά τα παιδιά στους ώμουςτων μεγάλων με τα  πόδια ανοιχτά
καλμπάτσα, η        αρρώστεια των αιγο προβάτων
καλντερίμι,το       λιθόστρωτο δρομάκι, ή χώρος
καλοφάγανος,ο       ο εύκολος στο φαγητό αντιθ. κακοφάγανος
κάλπικος,η,ο        ο ψεύτικος, ο κίβδηλος
καμουτσί,το           το μαστίγιο
κανακεύω            χαϊδεύω, χαϊδολογάω
κάνουλα,η           η βρύση, κυρίως του βαγενιού
κάπα,η              χοντρό μάλλινο επανωφόρι των βοσκών με κουκούλα
καπάτσα,η           η πολύ δραστήρια και καταφερτζού γυναίκα
καπινός ,ο          ο καπνός
καπίστρι,το         το χαλινάρι  του γάιδαρου
καπρίτσιο,το        το πείσμα
καπροδόντης     αυτός που έχει στραβά δόντια
καραμπαλίκια,τα     τ'αχαμνά, οι όρχεις
καραμπουζουκλής,ο    ο λεβέντης, με διάθεση αστειότητας
καραούλι,το         η σκοπιά, το παρατηρητήριο
κάργα               πολύ,δυνατά
καρδαμώνω           γερεύω μετά από αρρώστια, γίνομαι εύρωστος, δυνατός
καρδάρα,η           ξύλινο δοχείο που χρησιμεύει για να μετρούν το γάλα κυρίως
καρλαύτης,ο         αυτός που έχει μεγάλα αυτιά
κάρμα,το            το ψοφίμι, το ψόφιο ζώο
καρμίρης,ο          ο τσιγκούνης, ο στυγνός ατομιστής
καρούλα η           πληγή από κάψιμο ή μαστίγωμα
καρτερώ             περιμένω, εμποδίζω να περάσει κάποιος ή κάτι
κατάλακα            εντελώς φανερά και αδικαιολόγητα
κατάραχα            στην κορυφή στη ράχη, στον λόφο
καταράχι,το         ο λόφος
κατραπακιά,η        χτυπώ κάποιον στο κεφάλι με την παλάμη μου
κατσάβραχα,τα       τα βραχολίθαρα με πολλές αυλακώσεις από τη διάβρωση
κατσιαπλιάς,ο       ο κλέφτης που φυγοδικεί ρακένδυτος
κατσικόδρομος ο     μικρό και δύσβατο μονοπάτι
κατσικοπόδαρος ο    ο γρουσούζης
κατσιούλα η         η κουκούλα της κάπας
κατσούλα,η          η γάτα
κατώι,το            το ισόγειο στις παραδοσιακές κατοικίες
καυκαλίθρα,η        είδος αγριόχορτου
καύκαλο το          κοκάλινο περίβλημα, καβούκι ζώου
κάφυρο, το          το ρουθούνι
καψάλα,η           τόπος καμένος από πυρκαϊά
καψερός ,ο          έκφραση συμπάθειας σε κακότυχο
κερατούκλης,ο       ο κατεργάρης
κιλίμι,το           λεπτό χαλί (το έστρωναν στο σαμάρι των μουλαριών)
κιούπι,το           πήλινο σταμνί που μέσα παστώνουν το χοιρινό κρέας
κιώσανε             τελειώσανε
κλωθογυρίζω         γυρίζω γύρω σαν την κλώσα
κλωνά,η             η ίνα, η κλωστή
κλωσσόπλο το        το κοττοπουλάκι όταν βγαίνει από το αυγό
κοκκινογούλι,το     το ραπανάκι
κολιτσάκι το        μεταλλικός γάντζος στο σαμάρι
κολάνια,τα          ιμάντες που δένουν το σαμάρι του γάιδαρου
κολαντρίζω          περιποιούμαι τον άντρα μου για να 'ναι όμορφος
κολορίζι το         η δυνατή ρίζα δέντρου
κωλώνω              εμποδίζω, καρτεράω, δειλιάζω
κονάκι το           το σπίτι, το νοικοκυριό, το κατάλυμα
κονάκι το           φίδι μαύρο, τυφλό, δηλητηριώδες που τσιμπάει μόνο Σάββατο
κοντοκαρτέρει       σιγοβάδιζε και περίμενε
κοντύλι,το          ο κοντυλοφόρος, κομμάτι σχιστολίθου που έγραφαν στην πλάκα
κοπιάζω             έρχομαι
κοπρίτης,ο          ο βρωμιάρης, ο ανεπρόκοπος και τεμπέλης άνθρωπος
κορακιάζω           υποφέρω πολύ από δίψα, τρώω λαίμαργα, αποπατώ δημοσίως
κορδονούρα, η       η υπερήφανη
κορήτα,η            πέτρινη ή ξύλινη γούρνα για πότισμα ή τάισμα ζώων
κόρμπα,η            η μαύρη γίδα
κορώνω              βρωμάω
κοτάω               τολμάω
κοτζάμ              τόσο μεγάλος
κοτρώνι,το          ογκόλιθος, μεγάλη πέτρα
κούγελο,το          ο χαζός, ο ξεμωραμένος, ο αφελής
κουμάσι, το         ακάθαρτο υπόγειο, στάβλος
κουμούτσι ,το       ξεροκόμματο ψωμί
κουνιάδα,ος         η αδελφή -ος της -του συζύγου
κούρβουλο,το        το ξερό κλήμα, μτφ το σακατεμένο χέρι ή πόδι
κουρκούτι,το        ο χυλός από σιτάλευρο μτφ.το θολωμένο μυαλό
κουρμπέτι,το        το ταξίδι, σεργιάνι,η πιάτσα
κούρνια,η           το κοτέτσι, ο ύπνος των κοτών
κουρούνα,η          η κάργια, η καρακάξα
κούτελο,το          το μέτωπο
κουτουλάω           νυστάζω
κούτρα,η            το κεφάλι
κουτρούλι, το       βουναλάκι από χώμα που συσσωρεύεται με το σκάψιμο της αμπέλου
κουτσούνα,η         η κούκλα
κούτσουρο το        κοντοκομμένος κορμός δέντρου, μτφ. ο έρημος, ο μοναχικός 
κοψοχολιάζω         ανησυχώ κάποιον για κακό που τελικά αποφεύχθηκε
κοψοχρονιά          μισοτιμή
κοψίδι, το          κομμάτι κρέας
κράζω               καλώ, φωνάζω
κραίνω              λέγω, μιλώ, απαντώ
κρικέλι,το          ο κρίκος
κριτσέπι το         άνυδρος κακοτράχαλος και πετρώδης τόπος
κρυγιαίνω           κρυώνω

- Λ -
λάβρα,η             η σπίθα που πετάγεται, η μεγάλη ζέστη
λάγαρο,το           το υπογάστριο ζώου
λαήνα η             το λαγήνι, το κιούπι
λάκα,η              επίπεδο τμήμα εδάφους, ισιάδα
λακάω               φεύγω κυνηγημένος τρέχοντας
λάκκος,ο             μτφ. ο αργαλειός
λακριντί,το         ιδιαίτερη συζήτηση....κατά μια έννοια το κουτσομπολιό
λαμπίκου            πολύ καθαρά, αστραφτερά
λαναρίζω            ξαίνω μαλλί με τα λανάρια
λατανάω             θηλάζω τα αρνοκάτσικα σε άλλες μανάδες που δεν αρμέχτηκαν
λεβέτι,το           μεγάλο δοχείο υγρών από χαλκό, το καζάνι
λειριασμένος,η,ο    μτφ. ο μαραμένος
λεμές,ο             άνθρωπος κατώτερης στάθμης, κάθαρμα, παλιάνθρωπος
λεφούσι,το          το πολύ πυκνό πλήθος από ανθρώπους ή ζώα
λεχρίτης,ο          ο βρωμιάρης και ρακένδυτος άνθρωπος
λησμονάω            ξεχνώ
λιάρος,ο            ο παρδαλός, ο πλουμιστός, ο άσπρος και μαύρος
λίμπα,η             μεγάλο πήλινο δοχείο, μτφ ο πλημμυρισμένος νερά
λιμπί,το            το ροϊ, το δοχείο αποθήκευσης του λαδιού
λιμπίζουμαι         επιθυμώ πολύ, λαχταρώ
λιχνάω              ξεχωρίζω το σιτάρι από το άχυρο με τη βοήθεια του αέρα
λογγιά η            δασώδης έκταση
λόπια,τα            είδος φασολιών
λόρδα,η             η πείνα
λουμάκι,το          το ευθυτενές, λείο και τρυφερό βλαστάρι ενός φυτού
λούμπα,η            η λακκούβα με σκοτεινά ή θολά νερά  μτ. η φάκα
λουμώνω             κρύβομαι και σιωπώ 
λούρα,η             η βέργα, 
λυγερή,η            κόρη λεπτή, ψηλή, ευκίνητη, κομψή
λυκοφάγωμα,το       το δαγκωμένο από λύκο ζώο, μτφ το πολύ σκληρό
                    και ατίθασο ζώο
λυσσιακό,το         το στοιχείο της λύσσας, η λύσσα
λοβός, ο            ο ελαττωματικός, ο καχεκτικός, ο αδύνατος


- Μ -
μαγάρα,η            η ακαθαρσία, το σκατό
μαγαρισμένος,η,ο    ο ανήθικος, ο αρνησίθρησκος
μαγκούφης,ο         ο μοναχικός, ο έρημος, ο μόνος στον κόσμο
μαέρεμα,το          το μαγέρεμα, το φαγητό
μαηδέ               μηδέ
μαθές               βέβαια, φυσικά
μαλαγάνης,ο         ο διπλωμάτης, ο δικολάβος, κατά μία έννοια ο κόλακας
μάμα,η              το στομάχι της κότας
μανάρι,το           το θρεφτάρι
μάνταλο, το         σύρτης ασφαλείας
μαντάτο,το          το νέο, η είδηση
μάντζα, η           κομμάτι χώμα
μαντρί,το           περιφραγμένος χώρος όπου κλείνουν τα πρόβατα
μαραγκιάζω          μαραίνομαι, ζαρώνω, καίγομαι από τον πάγο
μάρκαλος ο          το ξευγάρωμα των αιγοπροβάτων
μαρμάγκα,η          φαρμακερή, μεγαλόσωμη μαύρη αράχνη
μαρμάρα,η           το στείρο θηλυκό ζώο
μασιά,η             εργαλείο που χρησιμοποιείται στο τζάκι για τη φωτιά
μασούρι,το          λεπτό κομμάτι από καλάμι όπου τυλίγουν επάνω νήμα ή γνέμα
μαστάρι, το         το βυζί επί ζώων συνήθως
ματσούκι,το         το ρόπαλο, μτφ ο ξυλοδαρμός
ματσουλάω           σιγομασάω
μαχαλάς,ο           η γειτονιά
μαχιάς,ο            η κορυφή της στέγης
μέλεγος ο           είδος άγριου δέντρου με λείο και εύκαμπτο κορμό
μελεούνι,το         αμέτρητο πλήθος
μερελός,ο           ο τρελός
μεροδούλι,το        το αντίτιμο μίας ημέρας δουλειάς
μερτικό,το          το μερίδιο
μεσικά, τα          τα εντόσθια
μεσόκοπος,η,ο       αυτός που έχει φτάσει στη μέση κυρίως της
                    ηλικίας του
μετερίζι,το         το οχύρωμα, η θέση μάχης
μέτσιος,ο           ο αφελής, το κορόιδο, ο κουτός
μητάρι,το           το νήμα που είναι τοποθετημένο επάνω στον αργαλειό
μινέσκω             μένω
μισάντρα η          ο ξύλινος ή καλαμένιος τοίχος εσωτερικής διαρρύθμισης
μισοφόρι,το         εσωτερικό γυναικείο ένδυμα
μισοχώρι,το         εσωτερικός τοίχος σπιτιού
μοιράδι, το         το μερτικό
μολογάω-ω           ομολογώ, συμφωνώ, διηγούμαι
μοσχαναθρεμένος,η,ο    ο μεγαλωμένος με όλες τις ανέσεις και όλα τα
                    καλά
μούλικο,το          νόθο, εξώγαμο παιδί
μουλοχτός,ο         ο μαζεμένος, ζαρωμένος από φόβο η υστεροβουλία
μουνουχάω           ευνουχίζω, κόβω τα αχαμνά
μουνούχος,ο         ο ευνούχος, αυτός που του έχουν κόψει τα αχαμνά
μούντζα,η           χειρονομία με ανοιχτή την παλάμη ρ.μουτζώνω
μουντζαλιά η        κηλίδα από μελάνι
μουρχούτα, η        πήλινο δοχείο
μουσαφίρης,ο        ο φιλοξενούμενος
μουσμουλεύω         περπατάω σκυφτός και ψάχνω κάτι
μουτσουνιάζω        μουτρώνω, σκυθρωπάζω
μπαγλαρώνω          δένω πισθάγκωνα κάποιον
μπάκα,η             η κοιλιά
μπακανιάρης,α,ικο   αυτός που έχει μεγάλη κοιλιά
μπαλντούμια,τα      τα λουριά που δένουν το σαμάρι επάνω στο μουλάρι                  
μπαντανία,η         μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα
μπαξές,ο            ο κήπος
μπάστακας,ο         μτφ.εκείνος που μένει ενοχλητικά ασάλευτος
μπελάς,ο            η δύσκολη κατάσταση
μπελεγρίνια τα      τα αρχίδ....τα μαλακά μόρια.
μπερντάχι,το        ο ξυλοδαρμός
μπιζεύλι, ,το         σιδερένια βέργα που συμπληρώνει τη ζεύλα του ζυγού ζυγού     
μπιρμπιλομάτα,η     η γυναίκα με τα παιχνιδιάρικα μάτια
μπιτ                ολότελα
μπιχλιμπίδια τα     μικροκατασκευάσματα,κοσμήματα κυρίως για παιδιά
μπόζα,η             στάση κακιωμένου
μπολιάρης,α,ικο     αυτός που γυρίζει μέσα στους δρόμους και τις πόρτες
μπόλκα,η            η ζακέτα
μπόρα,η             η ξαφνική βροχή
μποτσίκι το         η άγρια κρεμμύδα
μπουγιουρντί ,το    έγγραφο επιτιμητικό
μπουλαμάς, ο        το φιλοδώρημα
μπουλούκι,το        ασύνταχτο πλήθος ανθρώλων ή ζώων
μπουρλιάζω          περνάω την κλωστή
μπούρμπουνας ο      σκαθάρι που ζεί από τις ακαθαρσίες των ζώων
μπουσουλάω          κινούμαι με τα τέσσερα, κυρίως για παιδάκια
μπουχός,ο           η σκόνη από χώμα
μπόχα,η             η κακοσμία, η βρώμα
μπράσκα η           είδος βατράχου που βγαίνει στους δρόμους
μπρίκι το           μεταλλικό κανάτι που πίνουν νερό ή κρασί
μπρίσκαλο το        το άγουρο σύκο
μπρούκλης,ο         ο ξενητεμένος που επιστρέφοντας φέρνει μεγάλη περιουσία
μώκος, ο            ο βλάκας, ο άλαλος

- Ν -
νάκα,η              κούνια δερμάτινη για τη μεταφορά του μωρού
νεροκαϊλα,η         ανυπόφορη δίψα
νητερέσιο,το        επαγγελματική σχέση, δοσοληψία
νίλα,η              η συμφορά , η καταστροφή
νιογάμπρια,τα       το νιόπαντρο ζευγάρι
νογάω               εννοώ
νομάτοι οι          άτομα, πρόσωπα
νουρά,η             η ουρά
ντάβανος ο          ο σκούρκος, είδος εντόμου
νταβαντούρι,το      η φασαρία , ο θόρυβος
νταβάς,ο            μικρό πήλινο ή χάλκινο ταψί
ντάκος,ο            το υποστήριγμα
νταλαμεσήμερο,το    το καταμεσήμερο, όταν ο ήλιος μεσουρανεί
νταλκάς,ο           η καψούρα, η ψυχική φουρτούνα, η αναστάτωση
νταμαχιάρης, ο      ο δουλευταράς
νταμιζάνα,η         μεγάλο γυάλινο μπουκάλι με περίβλημα από ψαθί πλεγμένο
ντάνα,η             σειρά κανονική από όμοια πράγματα
νταραβέρι,το        επαγγελματική σχέση
ντερέκι,το          ο πολύ ψηλός
ντέρτι,το           ο μεγάλος καημός, κατά μία έννοια το μεγάλο παράπονο
ντορβάς,ο           ταγάρι με το οποίο ταϊζουν τα ζώα καρπό
ντορός,ο            ίχνος, πατημασιά, οσμή
ντουβάρι,το         ο τοίχος
ντουνιάς,ο          όλος ο κόσμος

- Ξ -
ξάγναντο,το         το ξέφωτο
ξεγερεύω            αναλαμβάνω στην υγεία μου μετά από κάποια αρρώστια
ξεκουμπίζουμαι      φεύγω κακήν κακώς
ξεκωλωμένη,η        βαριά βρισιά, λέγεται όμως με αφέλεια
ξεκωλώνω            ξεριζώνω
ξελακκώνω            βγάζω το χώμα γύρω από τη ρίζα δέντρου
ξελημεριάζω         περνάω όλη τη μέρα μου
ξενηστηκωμάρα,η     η πείνα
ξεπεταρούδι,το      το πουλί που μόλις πέταξε από τη φωλιά του
ξεροτοιχιά,η        τοίχος με πέτρες χωρίς λάσπη
ξεσυνέρια,η         η άμιλλα, ο ανταγωνισμός                   
ξόβεργα,η           παγίδας για πουλιά
ξυαρίζω             καθαρίζω κάτι ξύνοντας                 
ξέρα, η             η ανομβρία

- Ο -
ολοντρόϋρα          γύρω - γύρω
ολούθε              παντού
οργιά,η             μονάδα μετρήσεως μηκών
ορίζω               διατάζω
όχτος,ο             χωμάτινο φυσικό αντέρεισμα
οχτρός,ο            ο εχθρός

- Π -
παιδοκομάω          γεννάω παιδί, φροντίζω, περιποιούμαι παιδί
παλαμίζω            ορκίζομαι, βάζω το χέρι στο ευαγγέλιο
παλούκι το          ο πάσσαλος
παραγώνι,το         ο χώρος γύρω από τη φωτογωνιά
παράδες,οι          τα χρήματα
παρακά              λίγο πιο κάτω
παραλογάω           παραληρώ
παραλοϊζω           χάνω το νου μου
παρασάνταλος,η,ο    αυτός που δεν έχει τάξη και συνέπεια στο φέρσιμό του
παταλιά             μεταφορά ανθρώπου από τέσσερις άλλους
πατικώνω            συμπιέζω
πάφτωχος,η,ο        ο πολύ φτωχός
παχνί,το            ξύλινο κουτί μέσα στο οποίο τρώνε τα ζώα
πελεκούδα η         κομμάτι ξύλου που πετάγεται από το πελέκημα
περίδρομος ο        το χείλος του πιάτου, μτφ πολυφαγία
περικοπά            από σύντομη και ευθεία διαδρομή
περονιάζει          διαπερνά
πεσκίρι,το          πετσέτα φαγητού
πηλάλα,η            η τρεχάλα
πλανεύω             ξεγελάω
πλαντάζω            ταράζομαι από θυμό
πλαστήρι,το         ξύλινη τάβλα που πάνω της πλάθουν το ψωμί
πλατσιουράω         τσαλαβουτάω στα νερά
πολυτρίχι το        είδος αγριοχόρταρου
πολυώρα             προηγουμένως, πριν από αρκετή ώρα
ποργιά,η            το πέρασμα
πόστο,το            καίρια θέση
πουρνό,το           το πρωί
προβυζαίνω          υποβοηθώ τα μικρά αρνοκάτσικα να βυζάξουν
προσανάβω           τη φωτιά χρησιμοποιώντας κάτι εύφλεκτο
πυρομάχος,ο         το πίσω μέρος της εστίας στο τζάκι
πυροστιά,η          τρίποδας που μπαίνει πάνω στην εστία

- Ρ -
ρεκοντιά η          ποώδες αγριόχορτο
ριζάφτι  το         η ρίζα του αφτιού
ριζικό,το           το πεπρωμένο
ροβολάω             κατηφορίζω
ρούγα,η             η γειτονιά, ο πλατύς δρόμος
ρούντζα             κατήφεια, μούτρωμα
ρουπώνω             τρώγω μάλλον λαίμαργα
ρέγουλα,η           με το μέτρο, μέτρια

- Σ -
σάϊσμα,το           υφαντό από τραγόμαλλο πάνω στο οποίο
                    κοιμόντουσαν
σαλαγάω             οδηγάω τα ζώα με φωνές
σάματις             σάμπως, μήπως
σαρίδι το           το σκουπίδι
σάρωμα το           η σκούπα
σβάρνα,η            γεωργικό εργαλείο με το οποίο στρώνουν το οργωμένο χωράφι
σβουνιά,η           ξερή κοπριά ζώου, κυρίως βοδιού
σγουριά,η           η σκουριά, η βρώμα , τα οξείδια των μετάλλων
σγούμπα,η           η καμπούρα
σεβντάς,ο           το ερωτικό πάθος
σεκλέτι,το          η στενοχώρια
σέλα,η              το σαμάρι, η σαγή
σέμπρος,ο           ο συνέταιρος κυρίως για τις γεωργικές εργασίες
σεντούκι,το         μπαούλο όπου φυλάσσονται πολύτιμα κοσμήματα ή χρήματα
σεργιάνι,το         ο περίπατος, το χάζεμα της κίνησης του δρόμου
σεργούνι,το         το ρεζίλεμα, ο εξευτελισμός
σιαδώ,σιακεί        από εδώ, από εκεί
σιακάτ'             προς τα κάτω
σιάξε               ταχτοποίησε, φτιάξε
σιαπέρα             προς τα πέρα
σιμπάω              αναθάλω τη φωτιά
σιούντελο το        ο αφελής, ο χαζός
σιουράω             σφυρίζω
σκαλούνι,το         το σκαλοπάτι
σκαμπίλι,το         η σφαλιάρα, το χτύπημα με την παλάμη στο μάγουλο
σκαπετάω            περπατώντας χάνουμαι στον ορίζοντα
σκαρφίζουμαι        επινοώ, μηχανεύουμαι
σκαφίδι,το          η σκάφη που ζυμώνουν το ψωμί
σκερβελές,ο         ο αχαϊρευτος, ο ανεπρόκοπος άνθρωπος
σκιαζάρι το         το σκιάχτρο
σκιάζουμαι          τρομάζω, φοβούμαι
σκόντος,ο           η έκπτωση στην τιμή
σκορδοκαϊλα (μου)   ένδειξη μη ενδιαφέροντος για κάτι συγκεκριμένο
σκοτούρα,η          σκοτοδίνη, ζάλη μτφ πρόβλημα
σκουντουφλάω        σκοντάφτω
σκουράντζος,ο       η παστή ρέγκα
σκουτί,το           το ένδυμα
σοϊλίτικος,ο        αυτός που προέρχεται από σόι καλό, από καλή
                    ράτσα
σοκάκι,το           στενός δρόμος συνοικίας
σουλούπι,το         η εμφάνιση
σούρμα το           στενό πέρασμα, στενό μονοπατάκι
σούρτι,το           το χαλινάρι
σούσουρο,το         ο διασυρμός με την κακογλωσσιά, η κακολογία
σουχλί,το           το σουβλί
σταλίζω             ξεκουράζουμαι το μεσημέρι σε σκιά, οδηγώ τα πρόβατα σε σκιά
στερνό,το           το τελευταίο
στέρφος,η,ο         στείρος, άτεκνος
στυγερό,το          γερό ξύλο στη μέση του αλωνιού όπου γύρναγε το άλογο
στραβέγκλω, η       η μισόστραβη
στραβόξυλο,το       ο αναποδιάρης άνθρωπος
στράτα,η            μικρό και στενό δρομάκι
στράφι              άδικα, ανώφελα, στα χαμένα
στριγγλιάρης,α,ικο  ο καχεκτικός, ο αδύνατος, ο αρρωστιάρης
στρίγγλος,α,        ο κακός και δύστροπος άνθρωπος
στριμούρα,η         πιεστική ανάγκη                   
στειλιάρι,το        ξύλινη ράβδος που χρησιμεύει σαν λαβή για εργαλεία
συγκέσιο,το         συνοικέσιο
συχαρίκια,τα        το φιλοδώρημα που δίνεται σ'αυτόν που φέρνει καλή είδηση
σφαλάχτι,το         είδος ακανθώδους θάμνου
σφάρδακλας ,ο       ο βάτραχος
σφαχτό  το          το προς σφαγή ζώο
σφελα           η φέτα το τυρί
σώγαμπρος,ο         ο γαμπρός που συγκατοικεί με τα πεθερικά του

- Τ -
τάβλα,η             τραπέζι συμποσίου
τάλε κουάλε         πανόμοιος
ταμαχιάρης,ο        ο πλεονέχτης, ο δουλευταράς
ταρακουνάω          ταράζω δυνατά, συγκλονίζω
τάχα                μήπως
ταχιά               αύριο                  
τέμπλα,η            το μακρύ ραβδί για ράβδισμα
τεντελάω            τρέμω από αδυναμία
τέντζερης,ο         κατσαρόλα μαγειρέματος
τετεντζιά η         μικρό και όμορφο ωδικό πουλί
τετραπέραντος,ο     ο πανέξυπνος, ο τετράκις έξυπνος
τζερεμές,ο          ο δύστροπος, η άδικη ποινή
τηλώνωμαι           χορταίνω
τομάρι,το           δέρμα ζώου, ο κακός και αναποδιάρης άνθρωπος
τραβολογάω          σέρνω κάποιον παρά τη θέλησή του
τραμπουζάνα, η      μεγάλο γυάλινο μπουκάλι με επένδυση πλεχτή από ψαθί ή σχοινί
τρανός,η,ο          ο μεγάλος
τρατάρω             κερνάω
τρεμοκουκουρίζω     τρέμω πολύ από το κρύο, έτσι που ακούγεται
                    θόρυβος
τριχιά,η            σχοινί τρίχινο
τριψάνα,η           τριμμένο ψωμί
τροκάνι,το          κουδούνα που κρεμάν στο λαιμό γιδοπροβάτων
τράμπα,η            ανταλλαγή είδος με είδος
τσακίδια,στα        φύγε, χάσου
τσαλαπατάω          πατάω άτσαλα, πατάω και ξαναπατάω
τσαμπουνάω          φλυαρώ χωρίς να λέω τίποτε
τσαντίλα,η          πάνα για το στράγγισμα του τυριού, κατάσταση εκνευρισμού εκνευρισμού
τσαπερδόνα,η        η πανέξυπνη νεαρή κόρη που τα καταφέρνει όλα
τσεμπέρι,το         γυναικείο κεφαλομάνδηλο
τσιγκλαω            ενοχλώ, πειράζω, σπρώχνω ελαφρά
τσιγκλί το          εργαλείο με το οποίο κόβουν τα φραγκόσυκα
τσίλικος,ο          χάρμα οφθαλμών, μπάνικος
τσιούλος,α,ο        αυτός που έχει μικρά ή κομμένα αυτιά
τσιράκι,το          ο πληρωμένος καλοθελητής
τσίφτης,ισα,ικο     ο λεβέντης στο χαρακτήρα, ο μπεσαλής
τσοκάνι το          είδος κουδουνιού με ξερό ήχο που κρεμάνε στα γίδια κυρίως
τσουλουφρίζω        καίω επιπόλαια τις άκρες των μαλλιών, καψαλίζω
τσουτσουρώνομαι     ορθώνω το ανάστημα για να επιτεθώ
τσόφλι το           το περίβλημα ξυλώδους καρπού ή αυγού
τυλώνω              χορταίνω φαγητό, γεμίζω πολύ το στομάχι μου

- Φ -
φεγγίτης ο          μικρό παραθυράκι που μόλις επιτρέπει το φως να περάσει
φελάει              ωφελεί
φηκάρι,το           το  θηκάρι, η θήκη, μτφ το πολύ στενό ρούχο
φιλεύω              προσφέρω με αγάπη
φιράδα,η            η χαραμάδα
φιρί φιρί           γύρω-γύρω, επίμονα, προκλητικά
φιτιλιά,η           ραδιουργία, η υποκίνηση σε τσακωμό
φλετουράω           φτερουγίζω, κινούμαι ελεύθερα
φορτοτήρα,η         διχαλωτό ξύλο που χρησιμεύει για το φόρτωμα
φορτοτριχιά,η       το σχοινί που χρησιμεύει για το φόρτωμα
φούρκα,η            ξύλινος διχαλωτός πάσσαλος, μτφ η κρεμάλα
φουρκάδα η          ξύλινο υποστήριγμα για τις ντοματιές, φασολιές
φουρκαδιάζω         τοποθετώ φουρκάδες σε ποώδη αναρριχητικά φυτά για υποστήριξη
φουρκίζω            απαγχονίζω, γκρεμοτσακίζω, προκαλώ θυμό οργή
φουρκισμένος,η,ο    ο θυμωμένος, ο κρεμασμένος
φούρλα,η            φιγούρα στο χορό, στροφή γύρω από τον εαυτό
φούσκα,η            παιδικό παιχνίδι με την κύστη του γουρουνιού
φτούνα φτου         αυτά εκεί
φώλος,ο             το αυγό που βάζουν στη φωλιά για να γεννήσει η κότα κότα
φέρτσα,η            λωρίδα χωρίς το δέρμα, μόνο με το λίπος του χοίρου

- Χ -
χαβιά,η             ειδικό χαλινάρι για ατίθασα άλογα
χαβιόλι,το          η συνήθεια
χαγιάτι,το          η βεράντα
χαϊβάνης,α,ικο      ο αφελής, το παιδί
χαϊρι,το            η προκοπή
χαλιάς,ο            άγωνος τόπος γεμάτος χαλίκια
χαλκωματένιος,α,ο   ο από χαλκό
χαμοκέλα,η          ισόγειο κτίσμα που χρησιμεύει συνήθως για στάβλος
χαμόσπιτο,το        ισόγειο κτίσμα που χρησιμεύει συνήθως για κατοικία
χάμου               χάμω, κάτω                       
χαμπέρι,το          αγγελία , μήνυμα, είδηση, μαντάτο
χαμπηλά             χαμηλά
χαράμι              άδικα
χαραμοφάης,ο        αυτός που τρώει τσάμπα το φαϊ του χωρίς να προσφέρει
χαράργια τα         σύστημα από ξύλα και σχοινί για τη μεταφορά του άχυρου
χαραυγή,η           το γλυκοχάραμα
χάρβαλο το          το ετοιμόρροπο
χασκογελάω          γελάω χαζά χωρίς αιτία
χαψιά,η             η μπουκιά
χαϊρι,το            προκοπή, πρόοδος
χειρόβολο το        μια χεριά θερισμένα στάχυα, όσα πιάνει το χέρι
χεριά,η             ποσότητα όσο πιάνει ένα χέρι
χιονίστρα,η         αρχική μορφή κρυοπαγημάτων
χλαπακιάζω          τρώω γρήγορα και χωρίς να μασάω
χλιαίνω             ζεσταίνω
χολιασμένος,η,ο     ο θυμωμένος, ο σκυθρωπός
χοντρολιές οι       οι βρώσιμες ελιές
χουγιάζω            φωνάζω δυνατά
χουλιάρι το         το κουτάλι
χουνέρι,το          ζημιά, βλάβη
χουχλάζει           κοχλάζει, βράζει
χρυσή,η             ο ίκτερος
χτικιό,το           η φυματίωση
χτικιάρης,α,ικο     ο φυματικός
χυλός,ο             πρόχειρο φαγητό από αλεύρι και νερό
χόβολη,η            η θράκα, τα αναμμένα κάρβουνα
χωρατό,το           το αστείο
χώρια               χωριστά, ξεχωριστά

- Ψ -
ψαλίδια,τα          τα ξύλα της στέγης
ψιχάλα,η            σιγανή βροχή
ψυχοπαίδι,το        παιδί ξένο, ορφανό, που έπαιρναν οικότροφο, για δουλειές                   
ψυχοπονιέμαι        λυπάμαι, σπλαχνίζουμαι, συμπαθώ.....                                                                                       ...........αφιέρωμα:    στον παππού μου τον Κώστα Αλειφέρη, που έχω ακούσει τα  περισσότερα απο τα παραπάνω.                                                                          

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου