Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Διήγηση Γεωργαντά Κοτρωνισέϊκο Αβγούστον 6 - 845


Παιδί μου Γιάννακα σήμερα που είναι μεγάλη μέρα του Χριστού ήρθαμε εδώ κάτω από το
 πουρνάρι και τη δροσιά του και θα σου (ο) μολογήσω το βίο μου κι εσύ που είσαι
 γραμματισμένος θα τα γράψεις ένα ένα. Να το θυμάσαι να τα μολογάς και να
 φ(τ)ιάξεις αυτά που είναι χρειαζούμενα. Άμα τα γράψεις καλά μωρέ Γιάννακα θα σου
 πάρω ντακότα. Και τώρα γράφε, σου έχω πάρει  πολλά φτερά. Εγώ τώρα έχω χρόνια εβδομήντα 
πέντε πάνω κάτω, από χρόνια πέντε(από πέντε χρονών) φύλαγα τα πρόβατα, όταν μεγάλωσα 
έριχνα το βόλι και τη μπάλλα, το γιαταγάνι  το πέτα(γα)
 σαν φτερό, ήμασταν πολλοί. Ο κουφός Τσαντίλης, ο Σιαμαράντης, ο Μεταξάς, ο
 Μενούνος, ο Πουλόπουλος, ο Καρούσος και πολλοί άλλοι και αυτοί καλά παλικάρια,
 αλλά  εγώ πρώτος .

Με το Θοδωράκη Κολοκοτρώνη είχαμε τα ίδια χρόνια, αυτός γεννήθηκε στο Ρουπάκι
 πίσω από του Μαρτιάκου το μαντρί και εγώ γεννήθηκα στο μαντρί στις Φούρλες στο
 Γραμμοβούνι είμαστε μαζί φυλάγαμε τα πρόβατα αυτός βάραγε και τη φλογέρα. Όταν 
μεγαλώσαμε ο Θοδωράκης νυ(μ)φεύτηκε τη κόρη του Καρούσου τη Κατερίνα να κάνει δικιά 
του φαμίλια ήταν δουλευτής, μια μέρα οι αγροφυλάκοι τον πήραν το κριάρι που το είχε καμάρι στο
 μπουλούκι του, αυτοί πήραν και από άλλα μπουλούκια και τα έψησαν να τα τρώνε στην
 Παναγιά. Επήγε ο Θοδωράκης να ρωτήσει εάν ξέρουν για το δικό του πράμα, αυτοί το τόδειξαν
 στη σούβλα και τον κρίνανε να το πάρει για το κόπο του που πήγε μέχρι εκεί. Αυτός το έβαλε
 στον ώμο του με το σοφλή (σούβλα) και πορεύετε στο σπίτι του, μόλις εμάκρυνε λίγο το θεώρησε
 ντροπή και τους έκρινε πάρτε το να το τρώτε... τους έκαμε σκυλιά αυτοί θύμωσαν και τούριξαν
πολλά βόλια ο Θοδωράκης χάθηκε από λόγκο κατά Ροδάνι και γλύτωσε ένα βόλι τον άγγιξε
 στο χέρι λίγο, οι αγροφύλακοι ήτανε σκληρή φαμίλια και εκδικητική είχαν και τον αέρα του μπέη,
 στο Λιοντάρι, το βράδυ ήρθαν τα κονάκια τους και πήραν απόφαση να κάψουν το Θοδωράκη και
 όλες τις φαμίλιες τους Κολοκοτρωναίους για να ξεπλύνουν την ντροπή που τους έβαλε ο
 Θοδωράκης. Αλλά ο Τσικριντσής Νικόλας που ήτανε γείτονάς τους το άκουσε και έστειλε
 τη μάνα του τη μπαλικού και το έκρινε του Θοδωράκη και ο Θοδωράκης το έκρινε του μπάρμπα
 του και βγάλανε απόφαση να φύγουν τη νύκτα να γλυτώσουν το κακό, ότι ευκόλυνε το φόρτωσαν
 στα μουλάρια και τα ζωντανά (ε)τοιμάσανε . Μου μύνησε ο Θοδωράκης να πηγαίνω στο κονάκι

 του στο Σφεντάμι, μου έκρινε τα καθέκαστα. Ήρθανε οι Μεταξέοι εγώ κάλεσα τον Σιαμαράνη,
 τον κουφό τον Τσαντίλη τον Βακογιώργη μαζευτήκαμε δεκατρείς αρματωθήκαμε και 
εσυντροφεύσαμε τις φαμίλιες όλη τη νύκτα μέχρι την Αναστάσοβα. Το είχαμε για ντροπή
 να αφλησουμε τους Σαχλέους να κάνουν το κακό. Ήταν ντροπή για όλο το χωριό.
 Μετά από χρόνια μάθαμε ότι ο Θοδωράκης και οι δικοί του ήταν στη Ζάκυ(ν)θο καλά . Όταν γύρισε 
ο Θοδωράκης από την Ζάκυ(ν)θο ήτανε μεγάλος τρανός και πονηρός ήξερε πολλά και μας 
συμβούλευε τι να κάνουμε και ότι ήρθε ο καιρός να βαρέσουμε τους Τούρκους του το
 είπαν οι μεγάλοι στις Ευρώπες, εκάναμε μπουλούκια ήρθε ο Δικαίος, ο Αναγνωσταράς,
 ο Πλαπούτας, ο Σταματελόπουλος ανηψιός του Θοδωράκη, ο Μούρ(τ)ζινος, 
ο Μαυρομιχάλης, ο Γιατράκος και άλλοι γραμματιζούμενοι και μαζευόμαστε στο μοναστήρι 
της Σολωμόνης και μας έλεγαν τι θα γίνει και μας συμβούλευαν τι να κάνομεν και τι να μαθαίνουμε .

Αρχίσαμε τον πόλεμο οι Τούρκοι βάραγαν και αυτοί. Στο Δυράχι σκότωσαν τον Κουράφα
εκρυφτήκαμε στους λόγκους, αργότερα οι Τούρκοι δεν τολμάγανε να έρθουν στο χωριό.
 Οι Τούρκοι άρχισαν να φεύγουν εμείς τους κυνηγάγαμε από κοντά, τους βαρέσαμε στο
 Βαλτέτσι, στα Δολιανά, Τριπολιτσά, Μήλους, Δερβενάκια και σε πολλά άλλα μέρη, ώσπου
 έφυγαν και χάθηκαν μακριά. Εμείς εγυρίσαμε στα κονάκια μας. Ο Θοδωράκης πήγε στ' Ανάπλι
 εκεί μάλωσε με το Δικαίο και τον κλείσαν στο μπουντρούμι. Σε λίγο καιρό άρχισε πάλι το κακό 
πολύ μεγάλο, ένας αράπης που τον έλεγαν Μπραϊμη (Ιμπραήμ) με πολύ ασκέρι ήρθε και
 άραξε στο Νιόκαστρο. Τότε ήρθε και ο Θοδωράκης πάλι και όλοι μαζί ο Δικαίος, 
ο Αναγνωσταράς, Πλαπούτας, Γιατράκος, Ζαχαρίας, Μαυρομιχάληδες, Μούρζινος και πολλοί
 άλλοι που εγώ δεν τους εγνώριζα. Εμαζευτήκαμε όλοι στη Σολωμονή ημέρες δέκα επτά
 εκάναμεν συμβούλια τι να κάνομεν να γλυτώσωμεν από το κακό που ερχότανε. Τέλος πήραν
 απόφαση ο καθένας τη δική του, οι Μαυρομιχαλαίοι, Γιατράκος, στη Μάνη, ο Δικαίος, 
Αναγνωσταράς, στη Καλαμάτα, Μανιάκι, Πύλο, εγώ επήγα με το Θοδωράκη και τους άλλους και
 ακουμπήσαμε στη βελανιδιά, μας έφεραν χαμπέρι ότι ο αράπης «εξάντισε» στη Πιπερίτσα με
 πολύ ασκέρι και πολλούς καβαλαραίους, μαύρισε ο τόπος τότε ο Θοδωράκης μας κάλεσε όλους
 και μας έκρινε το μαντάτο όλοι συμφωνήσαμε να στείλουμε χαμπέρι τον Δικαίο να έρθει 
κοντά μας να γλυτώσει και να βαρέσουμε τον αράπη στη Σιρόκα εκείνος δεν μας
 άκουσε ήτανε τρανός βλέπεις και αυτός και το είχε για ντροπή να φύγει. Την άλλη 
μέρα τον ζώσανε οι αραπάδες. Ο Θοδωράκης έβανε την σημαδούρα στο μάτι του και κοίταγε
 και μας έκρινε πως γίνεται μεγάλο κακό, εμείς ακούγαμε τις μπάλλες εβλέπαμε πολλούς καπνούς 
τη νύχτα μεγάλες φωτιές την άλλη μέρα γαλήνη τελείωσαν όλα ο Θοδωράκης διέταξεν να 
φύγωμεν όλοι, επήραμεν (ε)τοιμασία να ξεκινήσωμεν, ξάφνου βλέπομεν τον Γιώργη Πουλόπουλο
 να έρχεται μας (ο)μολόγησε τα καθέκαστα και τα γινόμενα στο Μανιάκι σκοτώθηκαν ο Δικαίος,
 ο Κολοβός, ο Κεφάλας, χάθηκαν όλοι αυτός έπεσε στο ποτάμι της Βελιγοστής και
 σώθηκε, αφήσαμε καραούλια να φυλάνε την πορεία του Αράπη και εφύγαμεν περάσαμεν
 στη Πολιανή ο Θοδωράκης μας συμβούλεψε ότι δεν πρέπει να μάθουν οι γυναίκες στη Πολιανή
 το κακό που έγινε στο Μανιάκι, ήρθαμε στο χωριό αλλοί πήγανε στα δικά τους τα χωριά, 
εχαρήκανε οι δικοί μας που μας είδανε όλοι μαζί εκλάψαμε και εσυγχωρέσαμε αυτούς
 που χάθηκαν και λειτούργησαν οι παπάδες. Σε λίγο ήρθε χαμπέρι ο Αράπης ανεβαίνει 
τη Σιρόκα, γρήγορα συνταχτήκαμε όλοι στη Πουρνάρα στη βρύση κάναμεν συμβούλια εστείλαμεν 
μαντάτο σε όλους απ' όλα τα χωριά να έρθουν εδώ να κουβεντιάσουμε τι θα κάνουμε και που 
θα βαρέσομεν τον Αράπη, εμαζευτήκαμε πολλοί και άλλοι ερχόντανε αργότερα, επήγαμεν 
στη Πολιανή τους φωνάξαμε όλους ο Θοδωράκης τους έκρινε συμβουλή να πάρουν ότι 
μπορούν και να φύγουν κατά την Παπίτσα (Λαγκαδιά) να κρυφτούν τους βοηθήσαμε και εμείς 
να φύγουν, εμείς τα εκρύψαμεν και τα άλλα τα εκάψαμεν. Τα τρία πηγάδια τα χώσαμεν να μην
 βρουν οι Αραπάδες για ζαερέ και να φύγουν, το ίδιο εκάναμεν και εδώ στο χωριό που μας ήρθαμε.
 Βλέπεις μωρέ Γιάννακα ο Θοδωράκης κατέβαζε η κούτρα του πολλά και γιαυτό τον
 ακούγαμεν και εκάμναμεν ότι μας συμβούλευε. Αφήσαμεν στου Παχίγιαννη να βλέπουν τους
 αραπάδες και να μας στέλνουν χαμπέρι, έμειναν δέκα ο Θανάσης Μενούνος θα τους συμβούλευε, 
εμείς ήρθαμε εδώ συναχθήκαμε στη πουρνάρα όλοι κάναμε κουβέντα που θα βαρέσουμε τον αράπη
, η απόφαση έγινε θα τον βαρέσουμε στη Δραμπάλα, από (ε)κεί περνάει η στράτα που έρχεται από
 του Μυστρά και τελειώνει κοντά στη Ζάκυ(ν)θο. Με μίλησε ο Θοδωράκης να κουβεντιάσουμεν
 και με κρίνει Γιώργαρε ξέρεις από μικρά παιδιά είμαστε φίλοι σαν αδέλφια πραγματικά,
 στη Δραμπάλα που θα βαρέσουμε τον αράπη εάν τον γυρίσουμε πίσω γλιτώνει η πατρίδα, 
εάν περάσει και πάει στην Τριπολιτσά χάνεται η πατρίδα για πάντα και εμείς όλοι χαμένοι γιαυτό
 θέλω εσύ να πας με τους δικούς σου στην Τραπεζοράχη να φράξετε τα περάσματα με
 κοτρόνια για να μην περάσουν οι αραπάδες να πατήσουν την Τραπεζοράχη, μόλις φθάσουν
 στη λάκα της Δραμπάλας θα τους βαράτε μέχρι να φθάσουμε όλοι. Εγώ θα έρθω από
 το Μεσοβούνι, θα πάρετε μπαρουτόβολα, ζαερέδες και νερό για πολλές ημέρες. Γιώργαρε
 σε σένα έχω μεγάλη μπέσα, και γιαυτό σε βάζω στο βαρύτερο μέρος στη Τραπεζοράχη 
και αν σκοτωθείς η πατρίδα θα σου κάνει λειτουργίες πολλές και τη φαμίλια σου θα τη διαφεντέψω 
εγώ, όπως αν σκοτωθώ εγώ θα τη διαφεντέψεις εσύ τη δική μου φαμίλια και εγώ τον έκρινα
 αδελφό μου Θοδωρή αν σκοτωθώ κοντά μου θα πεθάνει και η φαμίλια μου, και στο δηλώνω
 στη ψυχή του πατέρα μου και της μάνας μου ο αράπης δεν θα περάσει όσο είμαι ζωντανός.
 Γρήγορα έκρινα τους ταχτικούς μου ήμασταν ογδόντα δυο, γυρίσαμε τα χωριά Λευτήνη, Διδάχι,
 Γιαννέικα, Καμάρα, Τουρκολέκα, Βρομόβρυση και άλλα συναχθήκαμε εκατόν τριάντα
 φορές δυο. Γρήγορα πηγαίναμε στη Τραπεζοράχη εκεί κοντά στο σφεντάμι που είναι το 
εκκλησάκι  Αγία Παρασκευή γκρεμισμένο, γονατίσαμε γύρω γύρω στις πέτρες κάναμε το
 σταυρό μας  να μας  βοηθήσει η Αγία Παρασκευή. Γρήγορα αρχίσαμε να φράζουμε γύρω
 γύρω με κοτρόνια  κατά τη λάκα της Δραμπάλας, όπως με συμβούλεψε ο Θοδωράκης κατά 
εκεί που βασίλευε  ο ήλιος δεν χρειαζότανε φράξιμο. Όταν το φράξαμε ήρθαμε στο χωριό,
 έκρινα το Θοδωράκη ότι όλα  είναι  έτοιμα. Αυτός χάρηκε η καρδιά του και μου κρίνει
 Γιώργαρε κάμε κουμάντο ότι άλλο σας χρειάζεται  γρήγορα. Εγώ είχα κρίνει στη μάνα
 σου τη Μαρία να κάνει κουμάντο για να τρώμε και βελέντζες  για 
το κρύο. Το ίδιο κουμάντο έκαμαν όλοι, στο μεταξύ οι αραπάδες πάτησαν στη Πολιανή εκεί 
εκάθησαν ημέρες τρεις αφού δεν βρήκαν τίποτα εκεί έκαψαν μερικά κονάκια και πορεύτηκαν
 στη Χοκέμα, Παλιοκλήσι, Βαβανέικα, Σουλίνα, προχωρούσαν κατά τη Δραμπάλα, εμείς στο
 μεταξύ
 συναχθήκαμε όλοι στη Αγία Σωτήρα γύρω γύρω γιατί ημαστάν ασκέρι πολύ δεν χωράγαμε
 μέσα όλοι, ελειτούργησαν ο Παπαγιάννης, ο Παπαδημήτρης, ο Παπαγιώργης, όλοι εγονατίσαμε
 πολλές ώρες εμεταλάβαμε όλοι άνδρες γυναίκες και παιδιά οι γυναίκες κλαίγανε όλους μας 
τρόμαζε το μεγάλο κακό που ερχότανε, μόλις τελείωσε η λειτουργία συναχθήκαμε κάτω από 
την πουρνάρα, ο Θοδωράκης ανέβηκε επάνω στο κοτρώνι που καθότανε άλλοτε είχε γράψει 
και 
το (ό)νομά του για να μας κρίνει και να μας συμβουλέψει τι να κάνουμε όλοι καθήσαμε κατά 
γης
 μηλιά κανείς σαν να μην ήταν ζωντανός κανείς ο Θοδωράκης μας έκρινε αδέλφια,
 χριστιανοί, παιδιά μου το κακό που έρχεται είναι μεγάλο αλλά ο Θεός θα μας γλυτώσει
 γιατί έχουμε πίστη και όλοι μαζί με τον αράπη που ήρθε από την αραπιά εδώ, θα τον τσακίσουμε
 και θα χαθεί, και πολλά άλλα μας ομολόγησε που όλοι μας κλάψαμε σαν μικρά παιδιά, όρκο
 δώσαμε 
στο Χριστό να μας βοηθήσει να διώξουμε τον αράπη, και θα χτίσουμε καινούργια και μεγάλη την 
εκκλησία του. Γρήγορα εφύγαμεν αφού όλοι ασπαστήκαμε ο ένας τον άλλο και ο καθένας
 επήγε εκεί που πρέπει. Εγώ σας πήρα εσένα, και τα δυο αδέλφια σου και τη μάνα
 σου τη Μαρία και πήγαμε στην Τραπεζοράχη κοντά στο Σφεντάμι συναχθήκαμε όλοι οι
 άλλοι ήμαστε εκατό τριάντα φορές δυο, γυναίκες σαράντα οκτώ παιδιά δέκα έξη στο
 χωριό
 κανείς άλλοι πήγαν Βρομόβρυση, άλλοι κατά τη Ρεκίτσα η ώρα έφτασε ,οι αραπάδες 
προχωράγανε
 ξέγνιαστοι ψυχή δεν έβλεπαν πουθενά, μόλις φθάσανε οι πρωτοπόροι ίσια στην Τραπεζοράχη
 στη μέση στη Δραμπάλα εγώ τους βάρεσα βόλι, ένα, σταμάτησαν γρήγορα, από πού έφτασε
 το βόλι δεν κατάλαβαν, συνάχθηκαν πολλοί, τότε εγώ τους βάρεσα πάλι ένα βόλι, ήτανε ώρα
 γιόμα
 θεριστής, δυο, χίλια οκτακόσια είκοσι πέντε, βάρεσαν το τούμπανο να πορευτούνε,τότε εγώ
 όπως με είχε συμβουλέψει ο Θοδωράκης ανέβηκα στο κοτρώνι ψηλά και φώναξα 
εδώ είμαστε τουρκαραπάδες και βάρεσα βόλια τρία, μαζί βάρεσαν βόλι ένα ο καθένας
 ο Μενούνος Γιώργης, ο Βιργιάννης Κωνσταντίνος, ο Μεταξάς Γιάννης,
 ο Τσικριντζης Θοδωρης, ο Βεκος Γιώργης, η Μαργιά, η Χριστογιώργαινα,
 η Κολυβίνα και η Μεταξογιαννού, οι άλλοι ταμπουρωμένοι, τότε ο αράπης μας μύνησε να
 κατέβουμε στη Λάκα και θα μας φιλέψει να τρώμε, τότε εμείς βαράμε βόλια πέντε
,οι μαντατοφόροι κύλησαν πεθαμένοι ο αράπης θύμωσε γουρουσι κάμαν οι αραπάδες εκατό
 και παραπάνω τους αφησα να ζυγήσουν σιμά εφώναξα μπαταριά όσα βόλια τόσα
 κουφάρια οι άλλοι λάκισαν, πάλι ο αράπης εκατό φορές δυο, το ίδιο βόλι και κουφάρι,
 ώρα δειλινό ο αράπης δεν ετόλμησε ξανά, νύχτωσε εφάγαμεν ψωμί με μπουλουγούρι, τα
 παιδιά κοιμήθηκαν στη τρούπα, τα καραούλια στη θέση τους όλη τη νύχτα και την 
άλλη μέρα γαλήνη, οι αραπάδες τρώγανε και πλάγιαζαν δεν ξέραμε τι έβανε στην κούτρα του
 ο αράπης, γυρίσαμε γύρω γύρω στην Τραπεζοράχη και βλέπουμε την μπαμπεσιά
 του που κάνει ο αράπης βάνει ασκέρι γύρω γύρω στη Τραπεζοράχη για να μας βαρέσει, 
γελάσαμεν όλοι, δεν είχε κατά νου ο αράπης ότι στην Τραπεζοράχη μόνον από το μέρος 
της Λάκας μπορεί να πατήσει άνθρωπος, στο άλλο μέρος δεν πατάει πετούμενο. Την άλλη
 ημέρα
 το έβαλε στο νού του ο αράπης και τους εσύναξε όλους στη Λάκα της Δραμπάλας. Μόλις
 βάρεσε
 ο ήλιος βροντάνε τα τούμπανα του αράπη, εμείς καταλάβαμε, κάναμε το σταυρό μας 
χαιρετήσαμε ο άνας τον άλλο βάλαμε τα παιδιά στη τρούπα και καρτερίγαμε
 (καρτερούσαμε). Ο Θοδωράκης δεν δίνει ανάσα πουθενά, ο αράπης κατάλαβε ότι ήτανε πολύ
 δύσκολα να πατήσει την Τραπεζοράχη, και μας στέλνει μήνυμα με ένα ρωμιό να κάτσουμε 
φρόνιμα και θα μας φιλέψει πολλά πράγματα. Εμείς δεν τον φονεύσαμε τον μαντατοφόρο επειδή
 ήτανε χριστιανός και αυτός σαν εμάς, και του κρίναμε να κρίνει μαντάτο του αράπη δεν
 θέλουμε να μας φιλέψει τίποτα αλλά να γυρίσει πίσω στη πατρίδα του και να φύγει
 από
 τη Πατρίδα μας και δεν θα τον πειράξουμε. Αυτός θύμωσε πολύ και βάρεσε το τούμπανο 
φορά μία, τότε οι αραπάδες κάμαν γιουρούσι, εμείς τους δεχτήκαμε βόλι και κουφάρι
 λύγισαν
 γρήγορα ασκέρι μεγαλύτερο έκανε γιουρούσι, ώρα γιόμα τα βόλια σαν το χαλάζι ο ήλιος
 μαύρισε 
από το μπαρούτι, ώρα ντάλα μεσημέρι η Τραπεζοράχη απάτητη, είχαμε βλέπεις φράξει 
καλά με
 κοτρώνια το μέρος, οι αραπάδες σωρό πεθαμένοι οι δικοί μας ούτε σταλιά αίμα, ήτανε
 θαύμα,
 αλλά με άλλα μπουλούκια αραπάδες κάναν γιουρούσι, μόλις νύχτωσε σταμάτησαν όλα.
 Εμειράσαμε ψωμί και τυρί τα καραούλια στα ταμπούρια, ο Θοδωράκης ακόμα δεν εφάνηκε 
ούτε χαμπέρι τίποτα, μας τρομάζει μη λάχει και έπαθε κακό ο Θοδωράκης και τότε αλοίμονο
 μας,
 είμαστε χαμένοι και εμείς και η Πατρίδα. Την άλλη μέρα που φώτισε ο θεός τα τούμπανα 
φώναξαν εμείς καρτερίγαμε (καρτερούσαμε) δεν κάμαν γιουρούσι, άλλο κακό αρχίσανε μας 
ρίχναν μπάλλες η πρώτη που έπεσε βάρεσε το Μητροθοδωράκη και το Κουτρουμπή
 Θανάση
στο τόπο. Με τις μπάλλες θέλανε να χαλάσουνε το φράχτη εκεί που έπαιρνε φωτιά η μπάλλα
 σκορπάγανε οι κοτρώνες, ρίχνανε γρήγορα γρήγορα μπάλλες, άλλη μπάλλα έπεσε απάνου
 στη 
Τραπεζοράχη γρήγορα γρήγορα η Μαργιά την άρπαξε με τα χέρια της και τη σπρώχνει
 κάτω από το φράχτη, τώρα μάθαμε να τις σπρώχνουμε κάτω από το φράχτη , δεν μου το 
είχε κρίνει αυτό ο Θοδωράκης, άλλο θαύμα τούτο ώρα ντάλα μεσημέρι οι αραπάδες μεγάλο 
γιουρούσι κάνουν, όσο να κάνουν το γιουρούσι όμως είχαμε πάλι (με) τις κοτρώνες φράξει,
 η μάχη τρομερή βόλι και κουφάρι οι μπάλλες πολλές τις σπρώχναμε κάτω γρήγορα
 πέθαναν πολλούς αραπάδες, οι αραπάδες σημώνανε το φράχτη εκεί που τον είχαν
 σκορπίσει οι μπάλλες για να πατήσουν την Τραπεζοράχη , τότε άρπαξα το γιαταγάν
ι μου
 και φώναξα τα γιαταγάνια παιδιά, πιάσαμε τη πόρτα του φράχτη, οι αραπάδες ανεβαίνανε
 πέντε πέντε τους πέρναμε τα κεφάλια με τα γιαταγάνια εγώ ο 
Σοφρωνάς Γιώργης (Κουφός) ο Κεσαροτσαντίλης Γιάννης, ο Μεταξάς Κωνσταντίνος,
 ο Τσιαπαρλής Κωνσταντίνος. Τα βόλια πολλά και από εμάς και από τους αραπάδες
 περισσότερα,
 αυτό κράτησε μέχρι το σκοτάδι, το τούμπανο βάρεσε πάλι σταμάτησε το τουφέκι συναχθήκαμε,
 σκοτώθηκαν δικοί μας ο Λυμπέρης Γιάννης, ο Παπαδόπουλος Παναγός αδελφός του
 παπά
, ηΚωνσταντίνα του Μπένου Γιώργη, ο Παπαγιάννης τους έψαλε τους βάλανε μακριά και
 τους
 σκέπασαν με χώμα. Λαβωμένοι δέκα τρεις ελαφρά συναχθήκαμε γύρω στις κοτρώνες της 
Αγίας Παρασκευής και κάναμε το σταυρό μας εμοιράσαμε ψωμί, τυρί, κρεμμύδια και ότι άλλα να 
τρώμε
. Όλη τη νύχτα φράξαμεν τις κοτρώνες που είχαν σκορπίσει οι μπάλλες, επήγαμε στα
 καραούλια,
 όλους μας τρόμαξε το αύριο αλλά το είχαμε πάρει απόφαση ότι θα πεθάνουμε ή αύριο
 ή
 μεθαύριο πόσο θα βαστάξουμε τρεις τέσσερις μέρες ακόμη, τα μπαρουτόβολα 
κιονότανε,
 ζαερέδες λίγους, και το χειρότερο που χάθηκε ο Θοδωράκης πολλές κακίες (κακές)
 σκέψεις
 βάζαμε στο νου μας, όλοι όμως είμαστε σύμφωνοι να σκοτωθούμε ναι σκλάβος
 κανείς 
ζωντανός. Το χειρότερο ήταν το νερό πολύ λίγο με το πανί βρέχαμε το στόμα.
 Εκεί που
 ο νους μου έλεγε τι θα κάνουμε όταν ξημερώσει έρχεται ο Βέκος Γιώργης και μου κρίνει
 πως ο Ραβάνης Παναγιώτης, και ο Τριαντάφυλλος Νικόλας πήραν σήμα φωτιάς πέρα
 από το Μεσοβούνι, πήρα το Γεωργαντά Δημήτρη (Σιαμαράνη) και τοΒιριανοκωσταντή,
 που ήτανε σημά μου και πήγαμε στο Ραβάνι αγναντέψαμε πέρα πήραν τα μάτια μας μικρές 
φωτιές σε δυο τρεις μεριές βγάλαμε σκέψη ότι μπορεί οι αραπάδες να πάτησαν το Μεσοβούνι 
και άναψαν φωτιές να ζεστάνουν τα χέρια τους που έκανε απογιουρα τη νύχτα και ας ήταν
 θεριστής
 μήνας.

Όλοι ήμασταν έτοιμοι και περιμέναμε να ξημερώσει η μέρα να αρχίσουμε το

 πανηγύρι.
 Άμα έφεξε τα τούμπανα ούρλιαξαν πολύ, αμέσως άρχισαν τις μπάλλες και τα
 γιουρούσια
 ένα κοντά το άλλο η ημέρα σκοτείνιασε οι αραπάδες μυρμήγκια δεν τους
 προλαβαίνανε 
τα βόλια μας, αλλά ο θεός τους έβαλε να μας ρίχνουν πολλές μπάλλες για να χαλάσουν
 το φράχτη,
 οι μπάλλες όμως έπεφταν απάνω στη Τραπεζοράχη και εμείς τις σπρώχναμε γρήγορα 
κάτω κάτω
 από το φράχτη, που ήταν οι αραπάδες και εκεί γινόταν κόλαση ώρα κοντά μεσημέρι μας
 τρόμαζε αυτή η κόλαση. Άξαφνα ακούμε τη ροκάνα του Θοδωράκη να ουρλιάζει
 πέρα
 στο Μεσοβούνι, ο Θοδωράκης έφθασε με πολύ ασκέρι έζωσαν τον αράπη,
 τούφραξαν
 τη στράτα μπροστά, από το Μέσοβούνι, από τα πεζούλια και εμείς από την
 Τραπεζοράχη 
το τουφέκι άναψε γύρω γύρω ο αράπης στη μέση μόλις ήρθε το σκοτάδι σίγασαν όλα. 
Εμείς σκοτωμένοι οκτώ, Γεωργαντάς Νικήτας (αδελφός μου)Γιώργης Σπανός,
 Σπίλιος
 Σοφρωνάς
, αδελφός του Κουφού , Γιώργης ΛάζαροςΓεωργακόπουλος Κώστας, Κοτσόνης 
,Κουλοχέρας ΧρίστοςΠολυχρονόπουλος ΓιάννηςΤσαπραλής Αντώνης, λαβωμένοι
 κάμποσοι 
τους δέσανε με μαντήλια τις λαβωματιές. Εφτιάξαμε το φράχτη όπου είχε χαλάσει και 
περιμέναμεν
 να ξημερώσει, μπαρουτόβολα λίγα, ζαερέδες πολύ λίγοι, νερό πολύ λίγο για τα παιδιά.
 Όταν έφεξε
 ο Θεός την ημέρα τα τούμπανα του αράπη φώναξαν πάλι η μάχη άρχισε πολύ τρομερή. 
Ο αράπης τόβαλε ντροπή να μην πατήσει τη Τραπεζοράχη, τα γιουρούσια και οι
 μπάλλες 
σαν το χαλάζι, εμείς βαράγαμε όσο έπαιρνε η δύναμή μας με βόλια με κοτρώνια με
 γιαταγάνια 
, αλλά μας έσωσαν οι μπάλλες τις σπρώχναμε κάτω από το φράχτη και τους λιώναμε
 όλους.
 Αν τόπαιρνε χαμπάρι ο αράπης ούτε μια μπαλλά θα μας βάραγε, και τότε ήμασταν χαμένοι,
 η ώρα
 έφτασε σε δειλινό τότε δυο αραπάδες πέρασαν το φράχτη και τρέξαν στο Σφεντάμι που ήταν
 οι
 γυναίκες και κόβαν βόλια οι γυναίκες σκούζουν αλλά η Μαργιά και η Μεταξογιαννού
 τους
 πήραν τα κεφάλια, έγινε όμως κακό νόμισαν πως πάτησαν οι αραπάδες τη Τραπεζοράχη και
 ο Καράμπελας, ο Θεοδωρόπουλος, οΧάπας Νικόλας, ο Χριστόπουλος Χρίστος
ο Τζανετόπουλος Τζανέτος, ο Σταθόπουλος Στάθης και τρεις γυναίκες τρέξαν να φύγουν και 
πέσαν στο βράχο και χάθηκαν γινόταν χαλασμός. Μόλις ήρθε το σκοτάδι λούφαξαν όλοι πάλι. 
Είχαμε μεγάλο κόπο δεν γινόταν να κάνουμε (ε)τοιμασία για την άλλη ημέρα μπαρουτόβολα
 πάβλα, τα γιαταγάνια μόνο είχαμε. Την νύχτα ώρα περασμένη μεσάνυχτα ακούμε τουφεκιές
 κατά τα πεζούλια, τι συνέβαινε δεν ξέραμε μόλις έφεξε βλέπουν τα μάτια μας, ο αράπης
 γύρισε πίσω, μας εμύνησε και μαντάτο ο Θοδωράκης ότι ο αράπης φεύγει να 
περιμένουμε όμως εκεί ακόμη μήπως μας κάνει μπαμπεσιά. Εγώ το έκρινα το χαμπέρι 
στους άλλους. Όλοι χαρήκαμε επήγαμε γύρω γύρω στη γκρεμισμένη εκκλησιά κάναμε το σταυρό
 μας 
και πέσαμε χάμου όλοι να ξαποστάσουμε να κοιμηθούμε λίγο ύπνο εμείναμε εκεί όλη μέρα
 και όλη νύχτα, άμα έφεξε μας εμύνησε ο Θοδωράκης να φύγουμε από εκεί και να ξεπεζέψουμε 
κατά το Λυκοκάμπη και το Μέλεγο, εμείς φύγαμεν γρήγορα να γλυτώσουμε από τη βρόμα
 των πεθαμένων, επήραμε από τους σκοτωμένους αραπάδες ότι δεν είχαμε γιαταγάνια
 και άλλα χρειαζούμενα, άμα φτάσαμεν στο Μέλεγο εκεί αράξαμε. Ο Χάπας Χρίστος, ο 
Τσαπραλής Νικήτας, ο Γιαννακόπουλος Γιώργης, ο Θανασόπουλος Μιχάλης (Σελήμης) 
γρήγορα τρέξαν να φέρουν ζαερέδες άλλοι πήγαν για νερό στη Νεραϊδόβρυση, ο Μαυροειδής
 ΓιώργηςΘάνος ΘανάσηςΤζούβελος ΧρίστοςΚεφάλας Κώστας, πήγαν κατά τη Ρεκίτσα
 για ζαερέδες και μπαρουτόβολα, εγώ ο Τσαντήλης ο Βέκος ο Μενούνος ο Γεωργακούλας
 ο Τσαπραλής ο αδερφός της Μαργιάς αρματωθήκαμε και επήγαμε κατά του Μήλα το αλώνι,
 Σπηλίτσες, Λεύκο, Κοτρονισέϊκο, Μεγάλη Σηκαμιά, αγναντέψαμε κατά τη Χόκεμα που έφυγε 
ο αράπης με το ασκέρι του, γυρίσαμε στο χωριό πήγαμε στη Σωτήρα εκεί κάτω στη δροσιά της
 πουρνάρας. Ήταν όλοι συναγμένοι ο Θωδοράκης μόλις μας πήρε το μάτι του έτρεξε
 και με πήρε στην αγκαλιά του ασπαστήκαμε ο ένας τον άλλο και εκλάψαμε από τη 
χαρά μας μου είπε ο Θοδωράκης κάτσε χάμω Γιώργαρε να ξαποστάσεις γιατί εσύ δούλεψες 
πολύ, και εγώ του αποκρίθηκα, τότε θα ησυχάσουμε όλοι άμα γκρεμίσουμε τους αραπάδες στη 
θάλασσα. Εκεί ήμασταν όλοι όσοι πολέμησαν στη Δραμπάλα. Ο Πλαπούτας σύγαμβρος 
του Θοδωράκη, ο Σταματελόπουλος ο ανηψιός του Θοδωράκη και πολλοί άλλοι που εγώ δεν
 τους γνώριζα. Ο Γιατράκος δεν επρόλαβε γιατί δεν το ξέρω εστείλαμε χαμπέρι να έρχονται 
στο χωριό από το Μέλεγο επήγαν καραούλια κοντά στον αράπη μέχρι την βελανιδιά και μας 
έφεραν μαντάτο ότι πήρε πορεία κατά την Οιχαλία εμείς επήγαμε στα σπίτια μας για λίγο, 
μας σύναξε πάλι ο Θοδωράκης και πήραμε πορεία κατά τα Τουρκολέκα, χιράδες να φράξουνε 
το δρόμο του αράπη που βουλήθηκε να πατήσει την Τριπολιτσά τον βαρέσαμε σε πολλά 
περάσματα.
 Πάτησε την Τριπολιτσά όμως τον πολεμήσαμε σχεδόν δυο χρόνια ακόμη μέχρι που
 μας 
έφεραν μαντάτο ότι οι μεγάλοι βάλαν μπουρλότα στην αρμάδα του και αυτός χάθηκε
 στην
 αραπιά. Εμείς όλοι μαζί συναχθήκαμε στη Σωτήρα λειτούργησαν οι παπάδες εκάναμεν
 το σταυρό μας εσυγχωρέσαμε αυτούς που σκοτώθηκαν και εφύγαμεν στο κονάκι του 
ο καθένας. Ο Θοδωράκης πήρε και τον ανηψιό του Σταματελόπουλο και φύγανε στο Ανάπλι εκεί
 τι κάμνανε δεν ξέρω, εμάθαμε σε καιρό ότι τους έκλεισαν στο μπουντρούμι για να τους κόψουν
 τα
 κεφάλια, μεγάλο κακό και αυτό αφού πολέμησαν τόσα χρόνια για τη Πατρίδα, αλλά ο Θεός τους
 φύλαξε και ο Βασιλιάς τους χάρισε τη ζωή και τους έβγαλε από το μπουντρούμι.Ήρθε ο
 Θοδωράκης
 εδώ και κάθησε ημέρες οκτώ καθήσαμε στη πουρνάρα στο Σφεντάμι μου μολόγησε
 πολλά
 γιατί τον βάλαν στο μπουντρούμι να του κόψουν το κεφάλι δεν μου είπε, και έφυγε
 στην

 Αθήνα και πέθανε τώρα δυο χρόνια και δεν τον ξαναείδαν τα μάτια μου ο Θεός να τον
 αναπαύσει.

Μωρέ Γιάννακα μεγάλη λύπη το έχω που δεν ξέρω γραφή γιαυτό σε έστειλα στη Σολωμονή στον 

Πάτερ Ιωακείμ και σε έμαθα γράμματα. Και τώρα θα σου δώσω την ευχή μου να συμβουλεύεις
 αυτούς 
που δεν ξέρουν, να τους κάνεις να αγαπάνε όταν μαλώνουν και να τους βοηθάς άμα χρειάζονται
, να 
τους
 συμβουλεύεις να φτιάξουνε το τάμα του Σωτήρος. Τα τέλεψα όλα Γιάννακα τα γραφτά αυτά να 
τα φυλάξεις να τα παραδώσεις στα παιδιά σου και αυτά στα παιδιά τους και συνέχεια να τα
 μολογάνε
 να μαθαίνουνε όλοι να πονάνε ο ένας τον άλλο να βοηθούνε και όλοι μαζί να φυλούν σαν τα
 μάτια 
τους την Πατρίδα.

Γράψε τώρα την ημερομηνία και το όνομά μου

Σάω Αρκαδίαν   Πηγή


Άκοβος Κοτρονισέϊκο Άβγουστος 10-845 Γεωργαντάς Γεώργιος [ Γιώργαρος ]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου